σαράντα πέντε εκατομμύρια ευρώ
στο κόστος εννιά αρμάτων μάχης
το μεγαλείο των τραίνων μου
κι εκείνος μ' όνομα δύσοσμο
να επαίρεται πως την πατρίδα σώζει
Σιδηροδρομικός Σταθμός Σερρών
σαράντα πέντε εκατομμύρια ευρώ
στο κόστος εννιά αρμάτων μάχης
το μεγαλείο των τραίνων μου
κι εκείνος μ' όνομα δύσοσμο
να επαίρεται πως την πατρίδα σώζει
" Όταν πλημμύραε ο Στρυμόνας, φτάνανε τα νερά ως τον σταθμό ", έλεγε η γιαγιά Αντιγόνη Καΐπη το γένος Γκάτσιου, γεννηθείσα εν έτει 1894 στις Σέρρες.
Έναν χρόνο μετά την έναρξη κατασκευής της σιδηροδρομικής γραμμής Θεσσαλονίκης-Κωνσταντινουπόλεως και δύο πριν την περάτωσή της.
Ακόμη μες στην υγρασία είναι γαμώτο.
Θα προτιμούσα να πάω ίσια,
να σταματήσω στην μπάρα, τέρμα.
Κάτ' απ' την δεξαμενή να ξεδιψάσω.
Ε καλά, υπερβάλλουμε μερικές φορές. Η καλή μας ανατροφή δεν επιτρέπει να λέμε τα πράγματα με τ' όνομά τους: ουρητήριον, τουαλέτες κλπ.
Δεν μπορώ παρά να θυμάμαι τον γενέθλιο τόπο μου έτσι.
Μια λίμνη-βάλτο που έγινε εύφορος κάμπος, προοπτικά γη της επαγγελίας.
Κι έναν σιδηρόδρομο που του έδειχνε το πώς θα γινόταν άλλος.
Ο σταθμός είναι εμβληματικό του σημείο.
Σημείο παιδικής χαράς, ερωτικών σκιρτημάτων, σημείο φυγής.
"Σημείον" ανάπτυξης και υπανάπτυξης.
Οι δυο διακλαδώσεις της γραμμής του οδηγούσαν στο εργοστάσιο Ζάχαρης και στην Σόφια, αρχές του ’60.
Νεκρές σήμερα.
Θα βασανίσω τους όποιους με παρακολουθούν με τρεις ακόμη εικόνες αύριο, όχι καταθλιπτικές.
Για να κλείσω κι αυτήν την ενότητα εικόνας και φτωχού λόγου.
στενάζατε κάποτε στην αίθουσα αναμονής
τώρα χαιρόσαστε την συνάξη του ισναφιού
τα πρωινά με τον καφέ και την λιακάδα
έχει και τα καλά της η απόσυρση
αυτό σε κατευώδωνε, αυτό σε καλωσόριζε
φάτε κι οι δυο σας τώρα
μοναξιά και αυτοματισμό
να κι ένας φίλος απ' τα παλιά
το βαγόνι που έμεναν οι συντηρητές της γραμμής
μια δύσκολη νύχτα με βροχή το '76 με φιλοξένησε κι εμένα
πάνω από τη γέφυρα της γραμμής στο Χομόντος.
------------------------------------------------------------------
Ο τόπος μου ειναι περίκλειστος.
Κάμπος επίπεδος και χαμηλός, μια αρχαία λίμνη.
Τα βουνά γύρω του είναι θεόρατα αλλά όχι άγρια.
Μπορούν να σε φυλάξουν.
Όταν ένοιωθα να με πνίγει η λάσπη του κάμπου, πάντα κοίταζα προς τα πάνω.
Θυμάμαι τον Αλέξη, τον Πετρή.
Αυτοί εδώ δεν ηττήθηκαν.
Αι σημαίαι από μεταγενέστερον συμφωνικόν έργον.
Που ολοκλήρωσε τον αχταρμά.
Τι έρωτας κι αυτός!
Πενήντα χρόνια ακίνητοι κοιτάζονται στα μάτια.
Εκείνος κίων ύδατος μετά φανού θυέλλης
κι εκείνη του σταθμάρχου οικία, εγκαταλελειμμένη.
Steam Train Locomotive Engine Water Crane Column Standpipe Spout
μισόν αιώνα ακίνητος, αλλά ωραίος και μετά φανού
Προσπάθησα να διαβάσω τ' αρχαία γράμματα σ΄ αυτήν την διασωθείσα βαλβίδα των αρχών του περασμένου αιώνα.
Έγραφε: Bopp & Reuther
Έψαξα και βρήκα αυτό: http://www.bursr.com/en/home/
Μετά μ' έπιασε το παράπονο κι έβαλα πάλι μπροστά τ' αρχαία μου ερωτήματα:
"Γιατί γαμώ την πίστη μου, όλα τα δικά τους ζουν, κι όλα όσα κάνουμε εμείς πεθαίνουν;"
Κι όμως, ακόμη με κυνηγάει, πάνω από 40 χρόνια.
Ο μπρούντζινος Μεγαλέξανδρος εννοώ.
Τον έφερε η χούντα ορειχάλκινο, μαύρο σε ξύλινο βάθρο και τον μοστράρισαν στην είσοδο, μέσα μεριά, να περνάμε μπροστά του πιτσιρικάδες και να ομνύουμε όρκο στρατιωτικό.
Ονειρευόμουν την στιγμή που μια πλημμυρίδα παιδιών, τρέχοντας χαρούμενα στο σχόλασμα, θα πέφταν πάνω του και θα τον καταπατούσαν.
Δεν συνέβη.
Έφυγε η χούντα και τον εξαφάνισαν σε αποθήκες, παλιατζίδικα, χυτήρια.
Καλά όμως... Σιγά μην σταματούσαν οι ανόητοι, τόσοι πολλοί, που ανάμεσά τους ζούμε οι δυστυχείς.
Ούτε στιγμή, τον συναντάς παντού.
Έχει κανένα χρόνο που μας πρήξανε να τον ψάχνουν στον λόφο του Καστά.
Λένε διάφορα, περί ιστορίας, σεβασμού πατρίδας κι άλλα τέτοια στρόγγυλα κι ωραία.
Τον χώσανε στα μυαλά του κόσμου μέχρι και σαν … ανάπτυξη οι ξεδιάντροποι.
Εθνικισμός μέχρι και τον φασισμό του κερατά είναι, όπως ήταν πάντα, μα ποιος το αντιλαμβάνεται στην θλιβερή ελαφρότητα του καιρού μας.
Με κυνηγάει λοιπόν ο κερατάς, τον ασεβή τότε νεαρό, ακόμη και τώρα στα γεράματα.
Χθες πήγα μόνος στον παλιό σιδηροδρομικό σταθμό και φωτογράφιζα την θλίψη του.
Και για μια στιγμή, εκεί στον δεύτερο όροφο, σ΄ ένα παράθυρό, τον είδα πάλι σαν σκιά.
Μόλις που είχε προλάβει να μου γυρίσει την πλάτη.
Μα εγώ είμαι σίγουρος ότι με παρακολουθούσε.
Για να τελειώνουμε:
Τι με διώκεις λοιπόν ρε ανόητε μαυρομούτσουνε;
Σαράντα χρόνια δεν κατάλαβες πως ό,τι κι αν κάνεις, εγώ σε λίγο θα πάω πάλι στην πορεία συν γυναικί και τέκνοις, ακόμη και εγγόνοις;