Πέθανε ο Τρένας.
Σήμα κατατεθέν της άλλης,
της μικρής μου, της ενδότερης πλατείας,
μακριά απ’ την ασφάλτινη δημοσιά.
Γλώσσα βαριά με σλάβικη χροιά.
Δυσνόητα, μα οικεία ελληνικά.
Καταγωγή μυστήρια, αδιευκρίνιστη,
κάτι χωριά του κάμπου και της θέρμης.
Καραγωγέας στο επάγγελμα.
Άλογος και παράφορος με τ' άλογό του,
ούτε ένα μήνα άντεξε
μ’ ένα σταχτί, άτυχο μουλάρι
αφού του ψόφησε ο δικός του
καφετής και απαστράπτων αλογάς
-κι ας είχε βγει στη σύνταξη από χρόνια.
Απομεινάρι των ντελάληδων,
μόνιμος δημοπράτης
της Παναγιάς, Δεξιάς-Αριστερής,
του γλυκυτάτου έαρος
και του Σταυρού.
Μέσα στ' αγιόκλημα, στις πασχαλιές
και στα τουρκόσπιτα,
στους τοίχους με τη λάσπη
και την τσαϊρίσια πέτρα
που ένας-ένας γκρεμίζονται,
μαζί με παραμύθια όμορφα, της ανατολής γλυκά,
με λέξεις ζαφειρένιες και παροιμίες της καρδιάς,
ξένες, μα τόσο αγαπημένες.
Κηδεία, τα μανάλια,
ο σταυρός, τα εξαπτέρυγα
και στου Πέντσα το χωράφι.
Χωρίς πια λαϊκές δημοπρασίες σε χώρους
κοινούς και ανοιχτούς.
Κλειστά γραφεία μόνον
κι αξιοπρέπεια φράγκικη εν περισσεία.