Ποιος να μου πει και τι;
Γι' αυτήν την πόλη μου που όλο γίνεται άλλη.
Τις τράπεζες τις γεμάτες άβουλους, άνοες χρηματοφορείς κι
επίβουλους χρηματοδέκτες.
Τις εταιρίες απεριόριστης ανευθυνότητας
που συνέχεια αλλάζουν χρώμα, όνομα, έδρα, αντικείμενο κι
υποκείμενο.
Τους ένδοξους και διάσημους ακαδημαϊκούς μας συμπολίτες,
τους πολυγραφοτάτους και μετά έργου διεθνώς
αναγνωρισμένου.
Όλον αυτόν το σαστισμένο κόσμο της που περπατάει στους
δρόμους και δεν πάει πουθενά
αφού η θάλασσες έπηξαν μπροστά κι οι πίσω μας κουρτίνες
μόλις που άρχισαν ν’ ανοίγουν-
σαράντα πέντε χρόνια τώρα σίδερο, έγιναν συνήθεια ή
κοντραμπάντο.
Κάθε φορά που πνίγομαι από τον έρωτα της Σαλονίκης μου
πηγαίνω λίγο πριν το μεσημέρι στο πατσατζίδικο του Ηλία.
Ύστερα βόλτα πίσω, στα καρεκλάδικα,
και ψάχνω απελπισμένα μια βιεννέζικη, παλιά καρέκλα.