Ιδού εμείς μέτοικοι δύο
πρωί Παρασκευής Μεγάλης.
Εσύ, γκαζάς, παιδί της Σύρας,
συνταξιούχος καπετάνιος,
κι εγώ, ένας γνήσιος στεριανός,
υιός της Σίριος,
του αοράτου σήματος μηχανικός και του τυχαίου.
Στην άκρη τεχνητής προέκτασης κατεστραμμένης χώρας
με οικοδομές που κατεβαίνουν αλληλοκαταδιωκόμενες
και έτοιμες να καταλάβουν ως και της θάλασσας τον τόπο,
μεσίστιες υψώνουμε τις σημαίες μας,
ασπρογάλαζες και κιτρινόμαυρες.
Ο Χορτιάτης πλέον Κόλια κοιτάζει απορημένος
το τι εκπορεύεται από τα σωθικά του
γλείφοντας τις πληγές του
που όσο πάει και πλησιάζουν στην κορφή του,
εστεμμένη με το σημείο των πολεμικών καιρών.
Αναερόβια ζύμωση υγρών αποβλήτων ζωής εν αταξία
και επιπλέοντα έγχρωμα προφυλακτικά.
Πράξεις μαθηματικές
μεταξύ συναρτήσεων ασυνεχών
που κάθε τόσο κλίνουν επικίνδυνα στο πλην άπειρο.
Συγκρατημένο χαμόγελο και σοβαρότης
Έπαρση σημαίας.
Προσοχή!
Μα ποιος μας βλέπει, ποιος ακολουθεί;
