απ’ το πρωί
και κάθε πέντε έξι λεπτά
έριχνα στο παράθυρο μία κλεφτή ματιά
δεν μπορεί έλεγα
θα συμβεί· έτσι όπως παίζει ο καιρός σήμερα
βρέχει ομίχλη υγρασία νοτιάς· δεν μπορεί
θα σκιστεί κάποια στιγμή ο ουρανός
και θα φανεί το πνεύμα το άγιο
να φωτίσει τα νερά και τα καράβια
να παραμυθιάσει ανθρώπους γλάρους κάργιες και περιστέρια
ότι τάχατες έχει δρόμο για έναν άλλο τρόπο
και ότι αυτός ο τόπος δεν είναι αυτό που λένε
αλλά αυτό που βλέπω εγώ
ο πικραμένος πίσω απ' το τζάμι με τ' αλουμίνιο
ήρθε τελικά η στιγμή
όταν απελπίστηκα κι έφευγα για το μάθημα
στις τρεις τ' απομεσήμερο με την κιμωλία και τον σπόγγο
με τους ωραίους κούρους και τις όμορφες κόρες ανάκατα
μπόρεσα να την πιάσω
μακριά τα χέρια σας απ' το θάμα μου
αστόχαστοι βέβηλοι κι ανόσιοι