Μού ‘λεγε ο γέροντας Κουρής,
λευκός εκ της Λευκίμμης ιερεύς,
ελλογιμώτατος Κερκυραίος ευγενής,
σεμνός και άξιος δάσκαλος της επικουρικής και της
επικοινωνίας:
“M’ αρκεί Χρηστάκο μου να βλέπω θάλασσα,
έστω κι απ’ το παράθυρο της τουαλέτας”
Μα πού ν’ ακούσω εγώ, ένας Ήδωνας,
καλογεράκι άγουρο, που κοίταζα κάμπους και ποτάμια,
είχα στη πλάτη μου Παγγαίο και πιο πίσω -άγνωστη-
την θάλασσα.
Άσπρισα εγώ, στη σύνταξη αυτός,
αποσύρθηκε στη σκήτη του στην Κέρκυρα.
Μετακόμιση στη μετακόμιση,
μεροκάματο κι ακτημοσύνη,
είχα το μάτι στραμμένο πάντα στο Χορτιάτη,
και να που ξαφνικά, από το νέο μου μπαλκόνι
είδα προχθές ένα κομμάτι θάλασσας.
Γέροντα, εν τέλει είχες δίκιο.
