Κατέβηκες εδώ.
Μια νύχτα του '45 μόνος, στα είκοσι δυο σου.
Πήρες το δρόμο για το Κιουπ-κιόι με τα πόδια.
Παγγαίο, Μπούλκες, Γράμμος, θάνατος.
Δεν έχουν μείνει ούτε οι σιδερένιες του γραμμές.
Ο μικρός Αλέκος σ’ είχε προλάβει·
στάση Αμερικάνου, στο τζαμί του Μουσταφά μπέη.
Γεμάτο αίματα το προσωπάκι, τον είχε σακατέψει η ασφάλεια.
Ξέφυγε όταν άρχισαν να φορτώνουνε τα κάρα.
«Φύγε Γιώργο,
φύγε,
μην πας σπίτι,
βρήκαν τα όπλα!»
Τι να καταλάβουνε ρε θείε Γιώργη τα χαχόλια σήμερα;