Έχω δει κακά πουλιά να φεύγουν απ' τον τόπο μου
Πήρα αυτήν τη χαρά δυο-τρεις φορές.
Μικρό παιδί, έφηβος και νέος άντρας.
Τα πουλιά που έτρωγαν το βιός έφευγαν μ' ένα ξουτ, μια κλωτσιά, μια ξαφνική κίνηση.
Ποτέ από χέρι ζόρικο, άγριο και φονικό.
Ποτέ οριστικά.
Έκτοτε έζησα χρόνια ειρηνικά κι ευτυχισμένα.
Δύσκολα, αλλ' όχι σαν κι αυτά του πατέρα μου.
Οι εφιάλτες μου είναι παιδικοί, φτάνουν μέχρι το '61.
Έλεγα πως χρόνια δίσεχτα, σαν κι αυτά των γονιών μου και τα παιδικά μου, δεν θα ξανάρθουν.
Ούτε για μένα, ούτε για τα παιδιά μου και τα εγγόνια μου.
Ήρθαν, μετρούν κοντά τέσσερα, ατέλειωτα.
Και τώρα απελπισμένος περιμένω ένα ξουτ, μια κλωτσιά, μια ξαφνική κίνηση.
Γιατί για δίκαννο και για μαχαίρι ούτε λόγος, εκείνος ο κύκλος πάει πολύ πιο μακριά από τον βιολογικό, αυτόν της μιας ανθρώπινης ζωής.
