Είστε εδώ

Γέρων ζητιάνος

Τυφλέ μου γέροντα,
λυράρη μου αργοκίνητε,
συνταξιούχε ξεπεσμένε,
με την χοντρή κυρά σου
ερωτιάρα και βαμμένη
γύφτισσα ξανθιά
το ντέφι να βαράει
και να μαζεύει κατοστάρικα.

Τι ρυθμός βαρβαρικός μανούλα μ’ είν’ αυτός
στον φορητό ενισχυτή σου
δεμένο με σχοινιά στη μέση σου!
Και πώς μας ξεσήκωσες πρωί-πρωί
καθώς μοσχοβολάει ο τόπος Κυριακή
και δρόσισε τη νύχτα μια καταιγίδα ξαφνική.
Αστράφτει ο ήλιος στη λευκή σου κεφαλή
και την παχιά άσπρη μουστάκα σου.
Για το 'λιοστάσι τραγουδάς,
έτσι μου φαίνεται και θέλω να νομίζω.
Στάχτες και κάρβουνα σβησμένα σ’ όλα τα σταυροδρόμια.

Μόλις την ψήφο μου που έριξα
στην κάλπη της ευρύτερης,
λένε, πατρίδας μου
και σε φαντάζομαι Μινωίτη
από την Κρήτη στη Σαλονίκη,
απ’ τη Φοινίκη στα Βαλκάνια
φτωχομετανάστη
να φτύνεις τον Ηρόδοτο,
να κοροϊδεύεις τον Τιτσιάνο
να λες
εδώ είμαι ακόμα
παλιοπούστηδοι.

 

 
Ανάρτηση: