Ήρθε η ψυχή μου στον τόπο της.
Πλήρωσε τελικά ο παππούς από πάνω
τα κοινόχρηστα·
πήραμε πετρέλαιο.
Πάγωσε το κοκαλάκι μας είκοσι τέσσερις ώρες.
Έτσι, θα έχουμε ζέστη τις επόμενες
κρύες, κατά πως λεν, μέρες.
Ποιος ξέρει από πού έκοψε ο τίμιος γέροντας
τα διακόσια σαράντα ευρώ...