Κύλησαν χιόνια απ’ το Μποζ-νταγ και τον Αλή Μπαμπά
ως κάτω στα μπαΐρια του Λευκώνα,
τα βράχια τ’ Αϊ Γιαννιού,
τον κάμπο στα Νταρνακοχώρια.
Η πόλη έμεινε ανέγγιχτη μέσ’ στην ασχήμια της.
Εν μέσω ανοίξεως γλυκείας
ξαφνικά, έτσι κι αναίτια.
Μα εγώ είμαι εδώ
με λόγο ουσιαστικό.
Σε μια ελάσσονα Εφορία ανάμεσα
και μείζονες θανάτους.
Στέκομαι καταμεσής του κάμπου
και τον γενέθλιο τόπο μου κοιτώ.
Ήλιος βόρειος που σκοτώνει,
ανελέητος,
παρέα μ’ άνεμο
που τρελαμένος ξεφεύγει τα στενά της Κρέσνας.
Ένα κοπάδι μαυροπούλια πετάει στα χωράφια,
μπλέκεται με κάτι άσπρα περιστέρια
κι όπως ανακατώνονται
έτσι και ξεχωρίζουν όλα μαζί
-θεωρίες σμήνους-
παλεύοντας τον άνεμο.
Κι εγώ τι κάνω
καθώς οι έφοροι με διώχνουν
κι οι θάνατοι με σταματούν;
Λαμπερό πράσινο αυτοκίνητο πλένω
με παγωμένα νερά και το στιλβώνω.