Γυάλιζαν πίσω σου τα Μι-σαράντα-οχτώ
στο λάδι και στον ήλιο μπρος στον όρχο.
Κουβάλαγαν όλη την δόξα του Βιετνάμ.
Μπαινόβγαιναν την πύλη αφηνιασμένα.
Την φύλαγες αφ’ υψηλού για χρόνια,
μα σου την χτίσανε, την κλείσανε αμετάκλητα,
ένα ζικ-ζακ στον τοίχο, σαν τιμωρία εκδικητική.
Λεροί φαντάροι λιάζονταν στο σύρμα.
“Άκρη κωλόπαιδα· θα σας πατήσει το θεριό”
μας σταματούσε ο μαυριδερός σκοπός
μέσα στην σκόνη. Έτρεχε η τσακαλαρία
με τα κατάμαυρα βρακιά και τ’ άσπρα φανελάκια
για ένα λαθραίο μπάνιο, πιο πάνω, στις γκιόλες
και την λάσπη π’ άφηνε το Τσάι των Καμινικίων.
Τίποτε ζωντανό δεν σού ‘μεινε
δεκάτη, λέει, ταξιαρχία πεζικού· τρίχες…
Πού είν’ οι δόξες της δεκάτης μεραρχίας!
Μ’ είκοσι -και- χιλιάδες κατακαημένους
άνδρες σκόρπιους στα σύνορα και τον νομό.
Σάπιζε τώρα.
Σ' έμεινε σύρμα αγκαθωτό,
άθλια λαμαρίνα, τσιμεντογωνία φτηνή.
Να λιώνουνε στον ήλιο, στο βοριά που κατεβάζει
απ’ τον Λαϊλιά το ρέμα της Αγια-Βαρβάρας.
Σάπιζε·
παρέα στ’ άχρηστα πολυβολεία
των Μάυδων στις κορυφές
του βράχου απέναντί σου,
του λόφου με τα πεύκα πίσω σου.
Λιώνε·
στη χλεύη και την αδιαφορία
καρδιοπαθών, ηλικιωμένων περιπατητών …
Αφού, ρουφιάνα, αγνόησες
ανθρακωρύχους,
την Αγία τους
και τον λιγνίτη
που πάνω του πατάς.
_________________________
*Μεραρχία
ή
‘Ωδή στην εγκαταλειμμένη σκοπιά’
