Νύχτα έφτασε στην πρώτη του πατρίδα,
πόλη γενέθλια, αγαπημένη,
ξεδιάντροπη και φουκαριάρα,
περνώντας τα Κρούσια με βροχή κι αέρα
γυρεύοντας παρηγοριά σε μάνα, μαχαλά,
σε πέτρες και σε λάσπη.
Και κει μέσ’ στα σκοτάδια
το σπίτι της γειτόνισσας ριγμένο
από τις μηχανές του Δήμου ως επικίνδυνο
πληγή ανοιχτή, μεϊντάνι,
αλάνα για παιδιά πια,
που όμως έχουν φύγει από χρόνια.
Πρώτα έπεσε ο πάνω όροφος
με την καλαμωτή και με το σάπιο ξύλο.
Αχούρι έκανε η Στάλινα
το πέτρινο ισόγειο για τον γάιδαρό της.
Στάλινα, κυρά Μαρίκα, χήρα μπαξεβάνισσα
έσπερνε λίγο έξω απ’ την πόλη σ’ έναν μπαξέ
καταμεσής των οπωρώνων του Σταθμού
και πούλαγε στο Μιλιγκίτσ' - Μελενικίτσιον,
όπου εφαρμογή έκανε των έξοχων βουλγάρικών της.
Αυτού όμως του μένει το σημάδι απ’ την σφαίρα
του καπετάν-Μητρούση στη σιδερόβεργα, στο παραθύρι της.
Οι Τούρκοι τζανταρμάδες στις στέγες των σπιτιών ολόγυρα
και της γιαγιάς τα παραμύθια.
Κλείσε γερο-Ευθύμη τις πληγές
σ’ όσους τουρκότοιχους σ’ απόμειναν.
Βαλσάμωσέ τους, κλείσ’ τους σε τσιμέντο μέσα,
ας μένουν.
Κράτα τους όσο μπορείς.
Γεμίζει ο τόπος χαρακιές,
στενά οικόπεδα, άδεια·
τι θα γραφεί και τι θα μείνει;
Τώρα που τόσο γρήγορα αλλάζουν οι εικόνες όλες.
_____________________
*η χήρα του Στάλιου