Εφτά μετρώ στη λίμνη μου
απ’ το παράθυρό μου.
Τρία είναι του πόλεμου,
σταχτιά, σκληρά, αγέλαστα,
ίσια σε μια γραμμή.
Τ’ άλλα –άλλα άντ’ άλλων-,
βαριά του φόρτου,
του σταριού, του σίδηρου και των ανθρώπων.
Ήρθαν και μπήκαν στη σειρά
και με κοιτούν στα μάτια.
Τι μου γυρεύουν θε μου πάλι;
Δέκα χρονάκια πέρασαν, δεν τέλειωσαν ακόμη;
Αδιάφορα κινούνται αυτοκίνητα,
πολύχρωμα στην Εγνατία,
κανείς δεν χαιρετά,
κάνουν πως δεν καταλαβαίνουν.
Αγριοπερίστερο σταχτί κουράστηκε
κι έκατσε στην κεραία πλάι μου,
με συντροφεύει.
Μα τι μηνύματα να βρεις στις κρύπτες,
τι λόγια να τους στείλεις;