Γλυκιά γωνιά μου.
Ανατολή μου κοντινή,
των απαλών βουνογραμμών και των πλατιών κοιλάδων.
Παράθυρό μου πρωινό με πίσω του ελεύθερο το φως.
Όλυμπος και Θερμαϊκός μουσκίδι απ’ τη βραδινή βροχή.
Κι ο ήλιος βόρειος, σκληρός, βάρβαρος.
Η ιστορία τους δεν μπορεί τίποτα να σου κάνει.
Άσε τους άνοες να ουρλιάζουν.
Εδώ ψυχούλα μου ανακατώθηκαν
του κόσμου και του κόσμου οι σπορές,
μπορούνε τώρα να σε σταματήσουν τα τσιμεντένια τους κλουβιά;
Αυτός ο τόπος μάτια μου δε γίνεται δικός σου.
Ίσα που καταδέχεται, στις τόσες μια, και κάνει
κάνα σαλό, δικό του
-για μένα, του πήρε χρόνους δεκαεννιά.