Ό,τι κινούμενον εν τη ακινησία του τοπίου
είσαι εσύ κι η θάλασσα.
Νεκρές όμως ή ζωντανές;
Ιδού η απορία.
Είσαι όμορφη
έτσι όπως ανεμίζεις
στην κορυφή του ογκώδους μας θεάτρου
μεταξύ Βερμίου και Θερμαϊκού.
Χαϊδεύεσαι με τον κρύο Βαρδάρη.
Απεγνωσμένα σειέσαι και κουνιέσαι
στην άγρια μοναξιά σου, χωρίς
τίποτα και κανείς να συγκινείται.
Έχω την αίσθηση πως είμαι ο πρώτος
-έστω και λόγω ανίας-
εδώ και χρόνια που σου δίνει προσοχή.
Είμαι βέβαιος πως κι αυτός ακόμη
που κάθε μέρα σ’ επαίρει,
δεν αναριγεί στο χάδι σου.
Θυμάμαι πάντως, κάτι χτύπαγε μέσα μου,
όταν μικρούλης μαθητής στη ερημία της επαρχίας μου,
στους δρόμους της παλιάς μου πόλης σε γυρνούσα.
Είσαι ωραία, όντως,
ως λάβαρον ελευθερίας,
δημοκρατίας και αειφόρου επαναστάσεως,
ως υπερασπιστής του δικαιώματος.
Αλλά…
Ωραία ήταν έναν καιρό λοιπόν τα ποιήματά μας
περί των ηρωικών αυτών συμβόλων μας.
Μα αυτά επέρασαν.
Και συ αναμένεις -τι αναμένεις;
Δεν είναι τα γελοία δάκρια των ανοήτων
που λιγοθυμούν δήθεν στη θωριά σου.
Είναι ή μη εμβάθυνση
στο νόημα της μοναξιάς σου.
Να εμπνεύσεις λοιπόν τι και σε ποιον πλέον;
Εξέλειπαν οι λόγοι της εμπνεύσεως.
Απέμεινε μόνον η ωραία σου εικόνα.
___________
* στίχοι προς απαγγελίαν κατά τας εθνικάς επετείους
