Αχ αναλογικέ μου κόσμε
πώς μου γίνεσαι διακριτός,
ψηφιακός και κβαντισμένος
μπροστά στα μάτια μου με μιας
και πώς ξανά καθώς βουτώ μ’ ορμή
μέσα στα bit των γαλανών νερών σου μου ξεφεύγεις
και σε καθολική αναλογία μεταλλάσσεσαι;
Πώς να σε πιάσω, κι από πού;
Πώς και τη σκέψη μου ν’ αποκολλήσω
από τις λάσπες που ξεκίνησε
και στην τροχιά αυτή
τη σύντομη ως πυροτέχνημα
ίδια ν’ αναβοσβήνει να την κάνω
στης φύσεως των πραγμάτων το ρυθμό;