Είστε εδώ

Φωτογραφία:
Ανάρτηση: 15/12/2014 - 02:10
Φωτογραφία:
Ανάρτηση: 05/06/2013 - 14:44
Φωτογραφία:
Ανάρτηση: 01/05/2014 - 22:13
Φωτογραφία:
Ανάρτηση: 15/06/2014 - 21:23
Φωτογραφία:
Ανάρτηση: 25/04/2015 - 19:22

Οι μωρομάνες ξέρουν…

Νούμερα πάμπερς 2 και 3, συσκευασία των 32 τεμαχίων, 8 και 9 κορώνες δηλ. 1 ευρώ.
Νορβηγία, Όσλο, Ιούνης 2014.
Ελλάδα: πάνω από 7 φορές ακριβότερα.

Οι μωρομάνες ξέρουν…

Φωτογραφία:
Ανάρτηση: 06/06/2014 - 11:26

Μαίρη

Φωτογραφία:
Ανάρτηση: 12/10/2015 - 12:14
Φωτογραφία:
Ανάρτηση: 10/06/2013 - 02:06

Λουδίας

Φωτογραφία:
Ανάρτηση: 10/06/2013 - 02:04

Λουδίας

Φωτογραφία:
Ανάρτηση: 10/06/2013 - 02:05
Φωτογραφία:
Ανάρτηση: 04/06/2013 - 00:12

Κυρ-Αντρέας

Φωτογραφία:
Ανάρτηση: 03/05/2014 - 09:31

Κόρη

Φωτογραφία:
Ανάρτηση: 16/05/2014 - 12:00
Φωτογραφία:
Ανάρτηση: 05/06/2013 - 14:33

Καραμπουρνάκι, εκκλησάκι στο λιμάνι του Ναυτικού Ομίλου Θεσσαλονίκης.

 - Καλέ, πού το ανακάλυψες; Καλό Πάσχα!

 -Ήμουν προσκυνητής. Μόνιμος και καθημερινός, από το '93 και για δεκατρία συναπτά έτη. Όσο κωπηλατούσαν τα παιδιά μου. Φέτος με κύκλωσαν αναμνήσεις κι ενοχές που το εγκατέλειψα. Καλό Πάσχα επίσης!

http://www.ncth.gr/content/egkatastaseis-omiloy

 

Φωτογραφία:
Ανάρτηση: 15/04/2014 - 08:52
Φωτογραφία:
Ανάρτηση: 16/04/2014 - 10:14
Φωτογραφία:
Ανάρτηση: 10/05/2014 - 23:56
Φωτογραφία:
Ανάρτηση: 05/06/2016 - 12:39

ερέτης

Φωτογραφία:
Ανάρτηση: 04/06/2016 - 11:04
Φωτογραφία:
Ανάρτηση: 05/06/2016 - 12:14
Φωτογραφία:
Ανάρτηση: 22/09/2014 - 23:40

[Κάτι τέτοιες...]

Φωτογραφία:
Ανάρτηση: 14/04/2014 - 23:38

[...]

Φωτογραφία:
Ανάρτηση: 30/04/2015 - 15:20

[...]

Φωτογραφία:
Ανάρτηση: 10/05/2015 - 09:12

[...]

Φωτογραφία:
Ανάρτηση: 02/10/2013 - 23:05

[...]

Φωτογραφία:
Ανάρτηση: 07/11/2014 - 13:17
Φωτογραφία:
Ανάρτηση: 30/05/2016 - 00:48
Φωτογραφία:
Ανάρτηση: 31/05/2016 - 20:57

Meeting on the Elbe, April 25, 1945

Έδειχνε ο κόσμος ότι μπορουσε να είναι κι άλλος. Βέβαια, εδώ τα δόντια του τα είχε ήδη τρίξει.

Φωτογραφία:
Ανάρτηση: 25/04/2015 - 10:29

Innocence

Θέλω να απολογηθώ για κείνο το 'χειρότερη χρονιά' του προηγούμενου μηνύματος.
Είδα χειρότερες χρονιές από την φετινή, είναι η αλήθεια.
58-61.
Δεν θέλω να τις ξαναζήσω, τώρα στη δύση του βίου μου.
Προσπάθησα πριν δέκα-δώδεκα χρόνια να τις περιγράψω σ' έναν φίλο, ένα σπάραγμα από το mail της διήγησης παραθέτω:
-----------------------------------------------------
> Αγαπητέ Χρήστο,
>
> ξεκίνησα να σου γράφω και αφού είχα γράψει δυο έτσι
> γεμάτες παραγράφους μετάνιωσα, δεν μ' άρεσαν ήταν
> πολύ θεωρητικά, και ξανα-ξεκινάω (πόσες φορές
> ξανα-ξεκίνησα...)

Δεν ξέρω Αλέξανδρε κι εγώ από πού να ξεκινήσω.
Μάλλον με ιστορίες θα μιλήσω. Άλλωστε, κάθε φορά που πήγαινα να στήσω τις θεωρίες μου, έρχονταν μια ιστορία και μου τις έκανε σμπαράλια.
Σέρρες, Καμινίκια, παλιά γειτονιά ντόπιων γεωργών και καπνεργατών. Όλο τουρκόσπιτα. Οι Σέρρες πριν το 1850 δεν είχαν σχεδόν έλληνες κατοίκους. Έποικοι είμαστε όλοι... Πριν το '22 τα τελευταία σπίτια της γειτονιάς ήταν το σύνορο της πόλης με τον κάμπο. Οι πλημμύρες του Στρυμόνα έφταναν μέχρι τις πρώτες αυλές. Μετά ήρθαν οι πρόσφυγες και προστέθηκαν οι συνοικισμοί τους λίγο πιο πέρα, μες στη λάσπη. Έκαναν έτσι τον μαχαλά 'εσώτερό'. Το '30 Ιταλοί έκαναν το φράγμα στη Κερκίνη κι οι πλημύρες τέλειωσαν. Έμεινε το χώμα μαύρο, υγρό και γόνιμο να ταΐζει πλούσια μέχρι και σήμερα τις νέες γενιές, να θρέφει σκληρούς Καραμανλήδες και Κουφοντίνες, άντε και ν' ανασταίνει απελπισμένους Δημάκηδες.

Το 1958 ήμουν τριών χρονών. Ίσως η ανάμνηση εντυπωμένη με αριθμό ένα στη μνήμη μου. Θυμάμαι ένα πατέρα ψηλό, μαύρο κι αδύνατο-ξερακιανό, να κλαίει. Φωτιά στην αυλή, μυρωδιά καμένου καπνού, σα να κάπνιζαν τσιγάρο όλοι μαζί οι γείτονες και να φυσούσαν τον καπνό στα μούτρα μου. Δεν έμαθα ποτέ να καπνίζω. Ο καπνός μ' αρρωσταίνει. Ήταν χρονιά που 'αρρώστησε' ο καπνός, ανάγκαζαν τότε τον καπνοπαραγωγό να τον κάψει, χωρίς καμιά αποζημίωση. Οι δικοί μου εγκατέλειψαν εκείνη τη χρονιά την αγροτική, έκαψαν μαζί με τον καπνό και τα εργαλεία τους. Έγινε ο πατέρας εργάτης καθαρός. Βέβαια τέχνη ήξερε, εφαρμοστής καλός ήταν, αλλά όταν παντρεύτηκε το '55, θέλησε να γίνει αγρότης όπως ο πατέρας του κι ο πεθερός του, με τα λίγα ξηρικά (μπαΐρια) στρέμματα που πήρε προίκα.

Πείνα. 1960. Δεν την ένοιωσα στην κοιλιά μου, δεν τη θυμάμαι σαν πόνο του σώματος ή του μυαλού, ας είναι καλά και μια αγελάδα του παππού μου, οι
υπόλοιποι μου είπαν αργότερα την κατάλαβαν. Θυμάμαι μόνο τη μάνα μου να γυρίζει από το σπίτι της Λιάπαινας (του Λιάπη ντε, του Μιχαλάκη η μάνα, αδελφή του Καραμανλή) και να λέει της μάνας της: 'Την είπα, πεινάμε, τίποτε". Θυμάμαι και το τεφτέρι του μπακάλη στο τραπέζι και τον πατέρα μου με το κεφάλι κάτω. Τότε ο πιο μεγάλος μου φόβος έγινε η Γερμανία. Κρυφάκουγα που έλεγαν στην κουζίνα, εκεί κοιμόμουν με τη γιαγιά μου: " Ήρθε η πρόσκληση του... ". Το μισό σόι έφυγε μέχρι το '65.

"Γέρασες Αντιγόνη, και μυαλό δεν έβαλες, ετοιμάσου". Αυτός ήταν ψηλός, μαύρος, γεροδεμένος, με κουστούμι και γραβάτα. Πρωί, χειμώνας του '61, πάχνη στο καλντερίμι. Εκείνη πρόωρα γερασμένη, εξήντα τέσσερα χρονώ, είχαν στραβώσει πια τα πόδια της, μαυροντυμένη χήρα χρόνους δεκαεφτά, χαροκαμένη μάνα αγνοούμενου αντάρτη χρόνους δώδεκα. Άνοιξε την πόρτα και μ' είχε μπροστά στα πόδια της με τις πιτζαμούλες μου ξυπόλητο. "Μπρε Λάμπρο, δεν αντρέπεστε, γριά γυναίκα είμαι". Οι άλλοι δύο του σπιτιού, μάνα και πατέρας, είχαν φύγει απ' τα χαράματα. Μέσα κοιμόταν ο μικρός μου αδελφός. Είχε μαυρίσει η γειτονιά απ' ασφαλίτες. Μάζευαν μια-μια τις προκηρύξεις, γεμάτη η πλατεία μπροστά στην εκκλησιά και τα σοκάκια ολόγυρα. Ντύθηκε η γιαγιά, έβαλε τα καλά της, μ' ορμήνεψε, να μη φοβάμαι - θα γυρίσει καλά, να ταΐσω τον μικρό και να περιμένω τη μάνα μου το απόγευμα. Τότε πρώτη φορά κατάλαβα φόβος τι θα πει. Έμεινα ολότελα μόνος και φοβήθηκα ότι έτσι θά 'ναι για πάντα. Θα είμαι μόνος και θα φροντίζω τον μικρό μου αδελφό, κανείς δεν θα γυρίσει.

Το 1961, 6 χρονώ, έγινα εσωτερικός μετανάστης. Το φθινόπωρο πήγα τρεις μήνες στο νηπιαγωγείο, στις Σέρρες, μετά φύγαμε όλοι μαζί χειμώνα στην Αλεξανδρούπολη. Με μετακίνησαν 200 περίπου χιλιόμετρα ανατολικά απ' το θρανίο του νηπιαγωγείου μου. Σε όρια, επί ορίων, οριακός... Βρέθηκε μια δουλειά στο λιμάνι της πόλης, εκβάθυνση κάναν με μια βυθοκόρο. Χρειάζονταν τεχνίτες, είχε δουλέψει ο πατέρας στην εκβάθυνση της Κερκίνης, τον πήραν. Δηλαδή από τους Σερραίους δεν πήγαινε άλλος κανείς. Τότε ησύχασα, αφού μου είπαν πως η Αλεξανδρούπολη ήταν πιο κοντά από τη Γερμανία. Δεν με πήραν όμως στο νηπιαγωγείο. Έπρεπε να περιμένω να πάω στο Δημοτικό. Πήγαινα έξω από την πόρτα κι έκλαιγα, ήταν δίπλα στο σπίτι, τίποτα. Η Αλεξανδρούπολη ήταν ξύλινες παράγκες ακόμη. Και λάσπη, πολύ λάσπη. Η γειτονιά, πέρα απ' τα γύφτικα - διάβαζε τούρκικα - πλημμύριζε συνέχεια. Έξω απ' το σπίτι ήταν χωράφια. Θυμάμαι το νερό ίσα με τη πόρτα, έβαζα τις λαστιχένιες μπότες να πάω σχολείο.
...

Φωτογραφία:
Ανάρτηση: 31/12/2013 - 20:48
Φωτογραφία:
Ανάρτηση: 07/11/2014 - 23:45

1976

1976, 3η επέτειος Πολυτεχνείου, Σέρρες
Σύλλογος Σερραίων Φοιτητών

Φωτογραφία:
Ανάρτηση: 19/11/2015 - 10:21
Φωτογραφία:
Ανάρτηση: 23/11/2014 - 09:55
Φωτογραφία:
Ανάρτηση: 24/05/2015 - 00:19

Efthimis’ wedding party

Φωτογραφία:
Ανάρτηση: 03/05/2014 - 09:00