Είναι κάποιοι διόλου αθώοι φοιτητές
που επιμένουν να ζωγραφίζουν τοίχους.
Τους αγαπώ
-τους φοιτητές μου αυτούς
και τους ζωγραφισμένους τοίχους.
Δεν εννοώ τα περίτεχνα γκράφιτι,
ούτε τα εξυπνακίστικα συνθήματα.
Εκείνα πάλι τα ηρωικά κι ωραία
της τρυφερής νεότητος, έχουν παρέλθει
ανεπιστρεπτί μαζί της.
Αυτοί είναι άλλοι,
δεν φαίνονται και φασαρία δεν κάνουν.
Στο κάτασπρο, φρεσκοβαμμένο κλιμακοστάσιο
χθες μ’ ένα μολύβι απλό
κάποιος -κάποια;-
ζωγράφισε ένα κλαράκι ανώνυμο
με τέσσερα φύλλα
δίπλα στη πόρτα του Ιερού μας.
Έτσι πρωί-πρωί
εν μέσω θορύβου αγρίων τροχοφόρων
και τεχνητής αναπαραγωγής
εξαίσιας κλασικής μουσικής
που πάει να μας γελάσει,
στη θλίψη και τον αβάσταχτο καημό
επελεύνοντος καρκίνου
εκείνο το πολύσημο άχρωμο κλαδί
ανοίγει την καρδιά μου
διάπλατα.