Λαική Αγορά ΙΙ (1943), Γιάννης Σπυρόπουλος
Λαϊκή αγορά, πρωί Σαββάτου.
Ό,τι μπορεί να πουληθεί, πουλιέται.
Ως και μυγοσκοτώστρες Φλεβάρη μήνα.
Κι ο μικροπωλητής επαπειλών:
“Δεν αγοράζετε ε,
θα σας πω εγώ τον Αύγουστο!”
Και πώς την ξεχωρίζεις Θέ μου.
Αυτήν την ευγένεια ήθους και ψυχής.
Πώς αντικαθρεφτίζεται στα μάτια
και στις ψιλοδουλεμένες γραμμές του προσώπου.
Στην κάλλιστη αρμονία.
Τρεις-τέσσερις είναι όλοι κι όλες.
Και λες.
Να ένας μικρός στρατός
περίλαμπρος, αστραφτερός και νικηφόρος.
Με αρχηγό το γιο του μπαχτσεβάνου απ’ τα Νέα Πλάγια,
που ντρέπεται να κοιτάξει τις κόρες στα μάτια
γιατί ξέρει πως όλες θα τον ερωτευτούν
ανήκεστα, μέχρι θανάτου.
Έτσι όπως μόλις πέταξε πέρα την πανοπλία του
και στέκει μέσα στα μπλουτζήν του και τα λάχανα
περιλουσμένος τον ήλιο του πρωινού,
όμηρος αυτός απ’ την Αθήνα
ανάμεσα σ’ άγριους Μακεδόνες πρίγκιπες
που φωνασκούν.
