Δυο στίχους άτσαλους γράφω κάθε φορά,
κι ύστερα τους ντύνω τους στολίζω,
να πάνε βόλτα στο Θερμαϊκό,
όπως η μάνα μου μικρά αδέλφια δυο
μας ταίριαζε τα πρωινά της Κυριακής
για να μας βγάλει στο σεργιάνι.
Κοντά παντελονάκια μπλε,
άσπρα παπουτσάκια και πουκάμισα,
πουλοβεράκια γκρι και γραβατούλες
με λαστιχάκια, της άνοιξης μου φορεσιές.