μετά από 40 χρόνια, πέρυσι
τέτοια μέρα, έγραψα κι αυτό
Σαράντα χρόνια, σήμερα.
Δεν πέρασε νύχτα να μην τον δω.
Μέρα χωρίς να τον σκεφτώ.
Εκείνον τον ξανθό άγγελο, με τα γαλάζια μάτια.
Στον κερματοδέκτη πλάι στο παράθυρο του κυλικείου,
να προσπαθεί σπίτι του να τηλεφωνήσει.
Πάνε πιο πέρα, μου λέει, στο θάλαμο,
πάρε και πες τους ότι θα μείνω μέσα, σε παρακαλώ.
Κι όταν γυρίσεις πες μου.
Ούτε ο θάλαμος δούλευε, ούτε γονείς βρήκα.
Γύρισα όμως, κι έμεινα πλάι του ως τα χαράματα.
Όταν όλα τέλειωσαν,
κρύφτηκα σ’ ένα ντουλάπι κι έμεινα μέσα εκεί για πάντα.
Πώς αλλιώς θα δικαιώνονταν,
όσοι νοικοκυραίοι φίλοι μου μέχρι και σήμερα μου λένε:
“με τα μυαλά που κουβαλάς
θα πας σαν το σκυλί στ’ αμπέλι.”
Αυτοί βέβαια άγγελο ζωντανό δεν είδαν.