Α.
Ξεπηδούν,
από παντού ξεπηδούν.
Πίσω από γωνίες σκοτεινές,
μέσα από τσιμεντένιους χάνδακες άχαρων πάρκων,
από αυτοκίνητα εγκαταλειμμένα,
από κακόγουστες εισόδους απροσδιορίστων μαγαζιών.
Κυρίως χωρίς ενοχές.
Κυρίως χωρίς μνήμη.
Κυρίως με συνείδηση
εν είδει συλημένου τάφου.
Αν πρώτο βήμα είναι αυτό,
ποια θα ’ναι η επόμενη αλήθεια;
Β.
Τους βλέπω
να έρχονται
χωρίς ενοχές
και να το δηλώνουν
ως μαρτυρία
ενώπιον Θεού και ανθρώπων.
Τους αγαπώ
κι είμαι μαζί τους
-κομμάτια ενοχής
αλλονών,
πώς να φορτωθούν;
Οι λόγοι τους είναι τόσο καθαροί,
τόσο καταληπτοί και ευκολονόητοι
που σε τρομάζουν.
Γιατί δεν μπορείς να τους δεχτείς ως είναι;
Γιατί δεν μπορείς να τους αγαπήσεις
ως την απλότητα του έσχατου bit τους;
Τι σε φοβίζει που σ’ απορρίπτουν;