Να μείνει, τι να μείνει;
Ό,τι άφησαν κι οι άλλοι.
Στη χαραμάδα του βράχου
το κύμα που σκάει και πηγαινοέρχεται
λειώνει την πέτρα, την κάνει στρόγγυλη.
Ένα κομμάτι κεραμίδι αρχαίο
-λαγήνι, πιθάρι, ειδώλιο, κέραμος στέγης,
όστρακο ίσως δημοκρατικό εξαίσιο.
Έμεινε.
Σκάλωσε με την ελαστική δύναμη
παλαιάς ρίζας πεύκου.
Το βρήκα, το άγγιξα, το άρπαξα.
Δίπλα του παρατημένο στην άμμο
το organizer του γιου μου,
καλοκαιρινή του ανεμελιά.
Και τα δικά μας υλικά είναι γερά.
Θα μείνουν.
Οι μνήμες μας μ’ όλα τους τα terabyte
θα μπορούν να διαβαστούν.
Θα ’ναι αρκετά πιο εύκολα από τη Γραμμική Β.
Να πουν τι;
Τα ραντεβού, τις σκέψεις μας,
τους έρωτές μας, τα κλάματα, τα γέλια.
Αυτά. Κι ύστερα βλέπουμε
για τ’ άλλα που τα λένε ιστορία.
Θα μείνουν.