Είστε εδώ

Σου είπα, θά 'ρθω, έστω και την τελευταία νύχτα, για νερό

Θ’ αφήσω τις περσίδες οριζόντιες.
Τελευταία νύχτα του ’99.
Αύριο πρωί ίσως να μπει φως στο γραφείο.
Ν’ αρχίσει ο νέος αιώνας.

Βρέχει καρεκλοπόδαρα.
Χιόνι στα λίγο ψηλότερα.

Τα κίτρινα φύλλα των πόθων μου έκοψα.
Τους πότισα,
αυτούς και τον αρχαίο πάπυρο
-όταν χαλάνε οι πρίντερ μου
φτιάχνω χαρτί απ’ αυτόν και γράφω.
Χάιδεψα και τον κάκτο μου 
π’ ανθίζει μια φορά το χρόνο
-τσιμπάει πάντα ο αχάριστος.

Πήρα τηλέφωνο τον πατέρα.
Καλή αιωνιότητα ρε μάνα,
χθες ένωσα δυο ανθρώπους,
το πιο καλό που μού ‘μαθες.

Έκλεισα ύστερα την ποίηση,
εφτά μήνες ολάνοιχτη, 
έβαλα, τέλος, νερό στ' αγριοπερίστερα 
κι άφησα δυο δάχτυλα μόνο τα παράθυρα ανοιχτά 
για τον φόβο τους, γεννούν τ’ αυγά τους 
στη βιβλιοθήκη και τους πέφτουν κάτω.

Καλή χρονιά να έχουμε,
χωρίς απώλειες,
φτάνει αυτή της μάνας.

 
Ανάρτηση: