Είστε εδώ

ο δικός μας χειμώνας

με πλαστικήν σακούλα ανά χείρας 
και τον απέναντι χιονοσκεπή κεκαλυμμένον
γίγαντα κραταιό και αναμένοντα 
υπομονετικά ν’ ανέχεται τις μαλακίες μας
βαδίζεις στο ξυλόστρωτο

γεμίζει ο τόπος κόρακες 
όλο και πιο κοντά στη θάλασσα
κακοί οιωνοί ε

στα δεξιά και χαμηλά λοιπόν οι ήμεροι κι οι υποταγμένοι
στ' αριστερά και στα ψηλά τ’ αγρίμια και τ’ ατίθασα
έτσι να είναι πάντα· να μην ανακατώνονται
άλλοι που να σιωπούν κι άλλοι που να κραυγάζουν

μας πήρατε το '10 στα 120 ακαθάρματα
καψοχρονιά· μας πήγατε στα 180 το '16 
λέτε τώρα πως θα μας χαρίσετε 
κι ένα 20 ως το '60
αυτό θα πει χουβαρνταλίκι

θα προτιμούσα βέβαια να πάω ίσια
κι όχι στους ελιγμούς των μηχανοδηγών σας 
να σταματήσω στην μπάρα στο τέρμα της γραμμής
απ’ όπου και ξεκίνησα 
κάτω από την δεξαμενή να ξεδιψάσω
κρύο νεράκι και καφεδάκι ζεστό 
στην σειρά
για να ξορκίσω τον παράταιρο καιρό σας
να 'ρθεί λίγος καλός χειμώνας
ο δικός μας
να αγριεύει ο βοριάς 
απ’ τ’ Άγγιστρο κι από τον Προμαχώνα
να γίνεται άγρια θάλασσα η Κερκίνη
έτσι την ξέρω εγώ την λίμνη μου
για να θυμώνει στον χειμώνα 
όχι για να δακρύζει

 
Ανάρτηση: