Είστε εδώ

Kosovo-Metohija

Και πώς κοκκινολαίμη μου εσύ
-παιδί πόλης γιγάντισσας
που όλα τα τρώει, τα χωνεύει
και τίποτα δεν ξερνάει ούτε συγχωρεί-
μαζί με φίλο μελαψό χαμένοι από μικροί
σε δρόμους άφιλους και μακρινούς,
χωρίς κι οι δυο σας ρίζα της καρδιάς,
χωρίς απάγκιο αγάπης,
να ξέρατε Κόσοβο τι θα πει
και τι είναι Μετόχι;

Τη σχέση με τον κότσυφα
που τρώει το χειμώνα ώριμη ελιά
σε δέντρο πάνω ξεχασμένη
δε θα υποψιαστείς ποτέ.

Τον δρόμο απ’ τα Σέρρας στο Μετόχι
δε βάδισες ποτέ.

Στην πρόχειρη λοιπόν του ποιήματος γραφή,
καθώς ένας γεράκος βάδιζε κάτω απ’ την ελιά,
νάτος κι ο μαύρος κότσυφας
να ψάξει ο χαζούλης
για ελιές μαύρες
Μάιο μήνα.

-Δεν είναι καιρός κοτσύφι μου
μόνον ανθοί ελιάς υπάρχουν τώρα
και γύρη κίτρινη ένα σωρό.
Ένα χειμώνα ολόκληρο οι φίλοι σου
αφάνισαν όλον το περσινό καρπό.

-Καλά, καλά μη διαμαρτύρεσαι.
Ξέρω πως ξέρεις και περνάς μόνο
γιατί είναι ο δρόμος σου και η συνήθεια.

Καιροί άνοιξης άλλων.
Καινούριες εποχές έρχονται
για μαύρα πουλιά με ράμφη κίτρινα,
αλήτες κοκαλιάρηδες, καχεκτικούς δεν είναι.
Άιντε, χέρι το χέρι τον παππού να πάμε
Ο κοκκινολαίμης κι ο φίλος του
όπλα κρατούν και δεν καταλαβαίνουν.

 
Ανάρτηση: