Είστε εδώ

Λημνιός

Ήρθε και στήθηκε ο βρωμιάρης
είκοσι και μερόνυχτα μπροστά μας.
Ψάρευε κάθε βράδυ έναν γύρο απ΄ την Παναγιά,
ακούγονταν και κάτι ύποπτες βροντές,
ξεψάριζε όλη μέρα στο πλάι των κολυμβητών.

Ένας φαινόταν στο κατάστρωμα,
μαυριδερός και στραβοκάνης,
τραγούδαε μέρα-νύχτα Καζαντζίδη.
Μ’ ένα τριπίθαμο μαχαίρι στην χερούκλα του
κι ένα λάστιχο, να πλένει τα αίματα στη κουβέρτα,
πέταε τα πτώματα στη θάλασσα,
μάζευε όλο το καραγλαριό να το ταΐζει.

Μάζεψε ο μικρός στο κουβαδάκι ένα πρωί,
σάπιο και ξεσκισμένο από τους γλάρους, ένα φανάρι.
‘Κοίτα παππού, βρήκαμε ένα τέρας.’

Κολύμπησα την ίδια μέρα πλάι του.
‘Από την Πάρο είσαι;’
Άνοιξε το σκαμμένο πρόσωπο,
ένα χαμόγελο όλο φως, μέχρι τ’ αφτιά.
‘Όχι, εκείνος ήταν άλλος.
Εγώ είμαι Λημνιός.

 
Ανάρτηση: