Εντάξει, εντάξει.
Ομολογώ.
Ξεφεύγω λιγάκι απ’ τα πράγματα.
Είναι κι αυτή η μανία μου με τις ιστορίες γενικά,
είτε αλλονών, είτε δικές μου.
Μ’ αρέσουν τόσο…
Και τις μπερδεύω με τ’ αληθινά.
Εκείνος ο παππούς,
το προσφυγάκι απ’ τα Καλύβια,
ο χρυσός τεμπέλης
-καφές, κυνήγι, τσιγάρο, μουχαμπέτι,
φτώχεια, πείνα, τσίπουρο,
οχτώ παιδιά, εγγόνια δεκατέσσερα -
φταίει για όλα·
ο παραμυθάς.
Βαφτίζαν την Γιαννούλα
Απρίλη του σαράντα ένα,
βομβάρδιζαν τ’ αεροπλάνα.
Δεν πήγε καν στην εκκλησιά,
έμεινε στο καφενείο για ρακί.
Είναι μετά να μην σκαρώνεις στίχους;