Οκτώ μπροστά μου στο ΑΤΜ της Εθνικής στην Τούμπα και τρεις ξοπίσω μου.
Παρασκευή, 24 του μήνα Απρίλη, άνοιξη ανελέητη και έτσι και αλλιώς.
Γλυκό απόγευμα, περίπου επτά.
27 πληρώνονται οι του Δημοσίου ευρύτερου τομέα.
Κάντε λογαριασμό, Σάββατο 25, Κυριακή 26, Δευτέρα είναι η πληρωμή.
Η ελπίδα πάντα πεθαίνει τελευταία, ίσως μας πληρώσουν το βράδυ πριν, ήτοι … τρεις μέρες πιο μπροστά λόγω των αργιών.
Ένας, ένας -εύτακτη σιωπηρή γραμμή- δοκιμάζουν το ‘υπόλοιπον λογαριασμού’.
Ατυχία -κενόν.
Γαμώτο, ήρθα νωρίς.
Φαίνεται από ένα ελαφρό σκίρτημα στη ράχη, μια ανεπαίσθητη κίνηση του κεφαλιού.
Παίρνει την κάρτα, κοιτάζει τον επόμενο στα μάτια, δεν λέει τίποτα, το βλέμμα όμως τα λέει όλα, συνεννοούνται.
«Δεν έχει τίποτα»
Μέτρησα οχτώ δεν …
Περίμενα και την δική μου μοίρα, είχα ξεχάσει ότι είμαι μισθολόγιο ειδικό, ημιευνοούμενο.
Και -θαύμα- ήταν ολόκληρο μέσα το 1/2 της θλιβερής αντιμισθίας μου.
Πήρα τα χρήματα γρήγορα-γρήγορα, μη δουν ότι είναι και αρκετά τα χαρτονομίσματα.
Πώς να εξηγήσεις ότι αυτοί παίρνουν τα μισά από σένα,
πώς να εξηγήσεις ότι παίρνεις τα μισά απ’ όσα έπαιρνες,
πώς να εξηγήσεις ότι είσαι παμπάλαιος και υπερπροσοντούχος;
Εσύ είσαι γεμάτος ως τα’ αφτιά με ντροπή και μ’ ενοχές.
Σκύβεις το κεφάλι, δεν βλέπεις τον επόμενο, ούτε τους επόμενους που έχουν γίνει δέκα.
Κι εξαφανίζεσαι, ενώ λιώνεις μέσα σου.
Εντάξει, την πηδήξαμε κι ετούτη την φορά.
Αυτά είναι τα άρρητα ὦ καλοί μου ποιηταί.