Είστε εδώ

Βυθοκόρος ‘Αξιός’

Η βάρκα πίσω μας ήταν πανάρχαια, ξένη και παραπεταμένη.
Ανήκε στο δημόσιο κι εμείς δεν είμασταν ποτέ δημόσιοι,
μόνιμοι υπάλληλοι. Πάντα εποχιακοί, πάντα έκτακτοι,
της απολύσεως μονίμως, μέχρι που μας έδιωξαν
τελείως στα εξήντα εφτά.

Την είχε όμως καλαφατίσει ο μπαμπάς καλά,
την είχε βάψει χρώμα γκρι, πολεμικό και προβλεπόμενο.
Μας πήγαινε καλά από την βυθοκόρο ‘Αξιός’
ως και την παραλία με τα σίδερα,
μες στο λιμάνι της Αλεξανδρούπολης.

Αντέξαμε έτσι κάπως, κοντά σαράντα χρόνους.

Μετά την πήρες κι έφυγες.

Είναι κιόλας δεκαπέντε καλοκαίρια·
ποτέ δεν μού ‘λειψες τόσο πολύ,
όσο μου λείπεις φέτο.

 

 
Ανάρτηση: