Τα χρόνια που πέρασαν
μαχαίρια μας κάρφωσαν
γερά απάνω στην πλάτη.
Τα χρόνια που πέρασαν
μας μεγάλωσαν πρόωρα,
μας γέρασαν πρόωρα.
Τι αξίζει ένα πέταλο άσπρο
μιας μαργαρίτας
από μια πλαγιά βουνού
ελληνικού;
Τι αξίζει πιο πολύ απ’ τη ζωή
ενός νέου –παιδιού- με γυαλιά μυωπίας;
Τι είναι ένα εκκλησάκι άσπρο
σ’ ενού σταχτιού βράχου την άκρη
που ζευγαρώνουν παιδιά από πίσω του;
Είναι βαριά τα φονικά,
ασήκωτα …
Στα μέρη που σ’ έσπειραν,
φύτρωσες και σε μεγάλωσαν
κάθε πρωί βλέπεις τον ήλιο
και με το σούρουπο εφιάλτες.
Μάης – Ιούνης ‘73