Θυμάσαι τη θεσούλα σου όταν ζήταγες
απελπισμένα ν’ αποκτήσεις
περιοδεύοντας γραφεία,
διαδρόμους ατελείωτους
και σε προθάλαμους στεκόσουν
άβολα μπρος σ’ άθλιες γραμματείς;
Τώρα που την καρέκλα σου καβάλησες
και τα συρτάρια του γραφείου σου
γέμισες κωλόχαρτα, σφραγίδες και υπογραφές,
τώρα κοιτάζεις αλλονών χαρτιά
έργα κι εργασίες με ύφος και αέρα
τους κρίνεις και τους επικρίνεις
με τα μικρά σου πονηρά ματάκια
μισόκλειστα δήθεν πίσω απ’ τα γυαλιά.
Αχ εκείνο το μικρούλι Prof.
μπρόs στ’ όνομά σου
πώς φαντάζει!
Τώρα αναμένεις ίδια
από περιφερόμενους ομοίως
σ’ όμοια γραφεία κι ίδιους προθαλάμους.
Γι’ αυτό και τόσος φόβος, τόση αποστροφή,
πώς έγινε να μη σε προσκυνάει,
πλάι σου να ’ναι από δρόμον άλλον
και τα γραμμάτια σου να ξέρει να μετράει,
της κάθε σου ανέλιξης το φόβο και το κλάμα.
Ενάργειας έργο δεν απόκτησες ποτέ,
το εντελώς έχειν των πραγμάτων έτσι τ’ άφηνες
για άλλοτε, για όταν θα μπορούσες, για ποτέ.
Αυτό το άλλοτε, το ύστερα,
εκείνη τη μικρούλα την χαρά που δεν έρχεται
παρά μονάχα με το καθαρό άρα,
το διαυγές διότι,
το νήπιον γιατί.