[Dialogos-DEP]
Η περασμένη ηλικία του ήταν εμφανέστατη. Εύκολα θα μπορούσες ακόμα να διακρίνεις -από την όψη, τη ματιά του, τις κινήσεις του- μια υποχωρητική ευγένεια, μίγμα συστολής και αξιοπρέπειας μαζί. Άνθρωπος που θα μπορούσες να στοιχηματίσεις πως στερείται εντελώς έπαρσης αλλά όχι και καλλιέργειας. Θα μπορούσες ακόμα να φανταστείς πως για ό,τι δυσάρεστο τυχόν του συνέβαινε θα έψαχνε μάλλον πρώτα να βρει τι λάθος έκανε ο ίδιος. Ίσως δε να μην προχωρούσε και πέρα από αυτό, ακόμα και αν δεν εύρισκε απάντηση στην πρώτη και αυτόματη αυτή του διερώτηση.
Δεν θα μπορούσες καθόλου να τον φανταστείς ως αναιδή κοινωνικό αναρριχητή και συνακόλουθα -και φυσικά όπως συνήθως συμβαίνει σε τέτοιες περιπτώσεις- ως ακατάβλητο καριερίστα με μια τροχιά συνοδευόμενη από παράπλευρες απώλειες άλλων άτυχων που έτυχαν στην πορεία του δια μέσου της κοινωνικής ζούγκλας που μας περιβάλλει. Ούτε όμως θα μπορούσες να τον φανταστείς ως έναν περιθωριακό, άχρωμο και άοσμο τύπο. Ίσως μάλιστα, αν μας αποκάλυπτε -ή μας αποκαλυπτόταν μιας και δεν του ταίριαζε να ήταν ο ίδιος που θα τόκανε- ποιος και τι ήταν να μας προκαλούσε έναν συγκαταβατικό σεβασμό, δεν θάλεγα θαυμασμό, έτσι τουλάχιστον υπέθεσα κοιτώντας τον με την άκρη του ματιού μου στην παραπέρα από μένα θέση αναμονής μπροστά από τα γκισέ της Τράπεζας. Αν ήταν ο ίδιος εποχή και ώρα, σκέφτηκα, θα ήταν ένα ζεστό, ήσυχο, μελαγχολικό, προχωρημένο φθινοπωρινό ηλιοβασίλεμα.
Έτυχε ο αριθμός στο δικό του χαρτάκι σειράς εξυπηρέτησης να είναι μικρότερος απ’ αυτόν στο δικό μου και έτσι, ύστερα απ'τη μακρόχρονη κοινή μας αναμονή, και επειδή το γκισέ όπου κατευθύνθηκε ήταν μπροστά μου, παρακολούθησα άθελά μου, ως αυτόπτης και αυτήκοος μάρτυρας, το τι διαμείφθηκε μεταξύ εκείνου και του υπαλλήλου της Τράπεζας. Και αυτό που άκουσα και είδα, ενώ φαινομενικά ανώδυνο και συνηθισμένο, μου αποκάλυψε πόσο σκληρή μπορεί να είναι κάποτε η πραγματικότητα στις μικρές καθημερινές ασήμαντες λεπτομέρειές της για κάποιους ανθρώπους που έτυχε να ζουν το ύστερο μέρος του βίου τους σε εποχές μεγάλων αλλαγών. Είπε λοιπόν ο ταμίας της Τράπεζας στον συμπαθή μου άγνωστο το απλό αυτονόητο: πως για να πληρώσει την υποχρέωση για την οποία περίμενε υπομονετικά τόση ώρα θα έπρεπε να έχει μπει στο TAXISnet και να έχει τυπώσει το σχετικό σημείωμα πληρωμής, το οποίο θα έπρεπε να έχει μαζί του. Να ξαναρθεί δηλαδή αφού θα έχει κάνει αυτά τα στοιχειώδη. Τώρα θα μου πείτε, σιγά το πράμα. Όλοι το ξέρουν αυτό και θα έπρεπε να το ξέρει και ο συμπαθής μου άγνωστος. Και αν δεν το ξέρει τι πιο εύκολο και χρήσιμο γι' αυτόν να το μάθει τώρα, μια και καλή για όλη την υπόλοιπη ζωή του που προφανώς δεν πρόκειται να αντιμετωπίσει και πολλές άλλες τέτοιες αλλαγές στις τραπεζικές πρακτικές.
Κάτι όμως στην αμήχανη στάση του και στην αδιόρατη, αξιοπρεπώς σιωπηλή απελπισία που νόμισα πως διέκρινα καθώς άκουγε τον ταμία, κάτι στην αργή, ντροπαλή θα έλεγα στροφή του για να απομακρυνθεί από το γκισέ της Τράπεζας και κάτι στον ασταθή μετά του βηματισμό του, με έκανε να υποθέσω πως ο συμπαθής μου άγνωστος θα αντιμετώπιζε δυσκολίες ασύμμετρα μεγαλύτερες από τα λίγα απαιτούμενα που του ζητήθηκαν, μαζί με την μία επί πλέον προσέλευση και αναμονή του στην Τράπεζα.
Κάθομαι και τα γράφω αυτά από τύψεις γιατί η επικείμενη ηλεκτρονική αναγγελία του δικού μου αριθμού προσέλευσης στο γκισέ με απέτρεψε από το να σπεύσω να τον ρωτήσω μήπως θα μπορούσα να τον βοηθήσω σε αυτά που μόλις του ζητήθηκαν. Μια πράξη μου που δεν θα μου κόστιζε τίποτα περισσότερο από λίγο χρόνο πλέον εκείνου που συμβαίνει να έχω άφθονο.
Με έναν ενδεχόμενο κίνδυνο -τρόπος του λέγειν- βέβαια να πάρω την απάντηση πως: ευχαριστώ, δεν μου χρειάζεται, δεν ζω μόνος μου, έχω δικούς μου να με βοηθήσουν, έχω ένα laptop που ξέρω να χειρίζομαι, ξέρω να μπαίνω στο TAXISnet και να τυπώνω τα σχετικά σημειώματα.
Και ενώ κάτι τέτοιο θα ήταν πολύ πιθανό, γιατί εγώ δεν μπορώ να διώξω από το μυαλό μου, τόσες ώρες τώρα, τον συμπαθή μου άγνωστο και την, στην φαντασία μου ελπίζω, απελπισία του;
Σαράντης Δημητριάδης