Τον γνώρισε ο πατέρας μου στην φυλακή, αρχές του '50.
Το '67, όταν έχασε τη δουλειά του, ο Δημήτρης Σκουλίδης τον πήρε κοντά του στα υφαντουργεία του σαν εφαρμοστή, όπως έκανε και με τόσους άλλους κυνηγημένους.
Τον γνώρισα το '73, πρώτη μου χρονιά στο πανεπιστήμιο.
Με τίμησε με την φιλία του όπως και πολλούς άλλους νεολαίους της εποχής.
Δεν κατάφερε ποτέ να με πείσει για τις ανανεωτικές ιδέες του, έτσι παραμείναμε πάντα πολιτικοί αντίπαλοι στα πλαίσια της αριστεράς, αλλά βαθιά αλληλοεκτιμώμενοι φίλοι.
Κοντά του πάντως γνώρισα πάρα πολλούς σημαντικούς ανθρώπους από τον περίλαμπρο κόσμο αυτού του τμήματος της αριστεράς και του πολιτισμού.
Τελευταία φορά τον είδα πριν 10 χρόνια στην Αθήνα.
Μου γνώρισε τον Αλέξανδρο Αργυρίου.
Σε ένα διαμέρισμα-γραφείο στο Παγκράτι μου είπε:
‘Δεν μπορώ να πάψω να δημιουργώ. Πάω στις Σέρρες, με έναν έστω αργαλειό, πάντα κάτι κάνω’
Χρειάστηκε πολύς κόπος και χρόνος για να απορρίψω θεωρητικά και πρακτικά όλες τις περίφημες θεωρίες και αυταπάτες περί εθνικής αστικής τάξης.
Πάντως, κάθε φορά που στο στόμα ή στο νου μου περνάει αυτή η φράση, εμφανίζεται μπροστά μου επιβλητική η μορφή του Δημήτρη.
Ο άνθρωπος που πήρε το μαλλί του πρόβατου και της κατσίκας και τό ‘κανε θάλασσα κι έλατο.
Από μια παλιά λανάρα
στα ελεγχόμενα με επεξεργαστές Dornier,
από το καναβάτσο στις βάτες και τα πέτα των αντρικών κοστουμιών,
στις κουρτίνες των ξενοδοχείων του Άρη Κωνσταντινίδη, της άνθησης του ελληνικού τουρισμού.
Υφαντά «Σερραία», μια εποποιία, που … τύφλα νά ‘χει ο Καραγάτσης.
http://enthemata.wordpress.com/2014/08/03/framb/
http://www.protagon.gr/?i=protagon.el.proswpa&id=35456
http://enthemata.wordpress.com/2014/08/03/sfrag/
http://enthemata.wordpress.com/2014/08/03/lmar/
