Είστε εδώ

Διάλογος-ΔΕΠ Scholar

[Dialogos-DEP] 

 

Συχνά λέγεται ότι η βλακεία είναι ανίκητη. Αλλά μόνο η βλακεία; Το ίδιο ανίκητος είναι και ο καθωσπρεπισμός, που ενδημεί στον ακαδημαϊκό χώρο. Συνήθως οι υποδείξεις ορθής συμπεριφοράς προέρχονται από ανθρώπους που διακατέχονται από (αδικαιολόγητο) σύμπλεγμα ανωτερότητας.
Ένα τέτοιο κρούσμα είχαμε πρόσφατα -για πολλοστή φορά- στο Διάλογο. Ένας συνάδελφος άρχισε να μας κουνάει το δάχτυλο και να μας κάνει μάθημα από καθέδρας για το πώς πρέπει να διεξάγεται ο ηλεκτρονικός διάλογος. Κατ’ αρχάς –λέει- πρέπει να είναι scientifically correct , γιατί αλλιώς τι διάολο πανεπιστημιακοί είμαστε. Δεύτερον, πρέπει να είναι politically correct ή μάλλον απολιτίκ, γιατί αλλιώς δεν είναι επιστημονικός. Και, τρίτον, πρέπει να είναι και υφολογικά ορθός. Να μην είναι ειρωνικός, να μην καταφεύγει σε ευφυολογήματα και να μη δέχεται κείμενα που έχουν δημοσιευτεί σε εφημερίδες (αυτό κι αν είναι κατάντια για το Διάλογο)! Κατά τη γνώμη του, επειδή δεν τηρούνται αυτές οι «Δέκα Εντολές» του ορθού (δια)λόγου, η συμμετοχή των μελών ΔΕΠ στο Διάλογο δεν υπερβαίνει το 1% (υποθέτω σύμφωνα με στοιχεία επιστημονικής έρευνας που διεξήγαγε ο ίδιος ή κάποιος άλλος). Το αφ’ υψηλού αυτό ηθικοπλαστικό κήρυγμα εντυπωσίασε κι άλλους 3-4 συναδέλφους, που έσπευσαν να το προσυπογράψουν.
Επειδή είμαι ένας απ’ αυτούς που συχνά-πυκνά καταφεύγουν σε ειρωνείες κι «εξυπνάδες» και προωθώ κάθε βδομάδα στο Διάλογο άρθρα μου (προ)δημοσιευμένα στο Βήμα της Κυριακής, οφείλω να απολογηθώ. Βέβαια επανειλημμένα έχω τονίσει ότι προσωπικά θεωρώ το χιούμορ, τον (αυτο)σαρκασμό, την ειρωνεία και το ευφυολόγημα απαραίτητα συστατικά για έναν ζωντανό και ελκυστικό διάλογο. Αλλά δεν έχει σημασία. Τη φορά αυτή θα απολογηθώ συγκεκριμένα για το σκοπίμως προκλητικό κείμενο που συνόδευε το τελευταίο άρθρο μου («Χρήμα εξ ουρανού»!). Αυτό που προκάλεσε τη Μεγάλη Ταραχή και τη συγκεκριμένη αντίδραση.
Κατ’ αρχάς οι άσπονδοι φίλοι μου αγοραίοι σοσιαλδημοκράτες και σοσιαλιστές (αλλά και οι υπόλοιποι αγοραίοι αριστεροί) κακώς ενοχλήθηκαν με το προσωνύμιο «αγοραίος». Ο όρος είναι δόκιμος και διόλου υβριστικός. Στα αγγλικά λένε «market socialism», κατ’ αντιστοιχία με το «market liberalism». Το «market» στην προκειμένη περίπτωση δεν είναι ουσιαστικό, αλλά επιθετικός προσδιορισμός. Οπότε σωστά χρησιμοποιώ τον όρο «αγοραίος» (δηλ. της αγοράς).
Αλλά κι εσύ βρε παιδί μου –θα μου πείτε- γιατί τόση απέχθεια για οτιδήποτε αγοραίο; Και γιατί επιμένεις να τους αποκαλείς αγοραίους; Δεν μπορείς να τους αποκαλείς νεοφιλελεύθερους, όπως κάνει όλος ο κόσμος; Έτσι όχι μόνο δε θα παρεξηγούνται, αλλά μπορεί και να καμαρώνουν, αφού ο όρος υποδηλώνει νεότητα και αγάπη για την ελευθερία. Ο ψυχαναλυτής μου μού είπε ότι αυτή η αλλόκοτη εμμονή μου οφείλεται σε μια τραυματική εμπειρία των παιδικών μου χρόνων. Όταν ήμουν μικρός, ταξίδευα συχνά στη Θεσσαλονίκη με το ΑΓΟΡΑΙΟΝ του χωριού, ένα σαράβαλο της κακιάς ώρας (βλ. φωτό), που κάθε φορά χαλούσε στο δρόμο και ο ταξιτζής μάς έβαζε να το σπρώχνουμε για να ξαναπάρει μπρος. Καταλαβαίνετε…
Νομίζω όμως ότι εκείνο που ενόχλησε σφόδρα και προκάλεσε την (εσωτερική) έκρηξη των συναδέλφων ήταν η παραπομπή μου στο λούμπεν ρεμπέτικο του Ευσταθίου. Με την απαράδεκτη αυτή ενέργεια υπερέβην κατά πολύ τα εσκαμμένα της ακαδημαϊκής και πολιτισμικής ευπρέπειας. Οφείλω να ομολογήσω ότι αμφιταλαντευόμουν μέχρι την τελευταία στιγμή. Σε ποιόν να παραπέμψω; Στον Αϊνστάιν ή στον Ευσταθίου; Το παν -έλεγε ο πρώτος- είναι να προσδιορίσεις σωστά το πρόβλημα που πρέπει να λύσεις. Το να λύσεις σωστά ένα λάθος πρόβλημα ή να απαντήσεις σωστά σε μια λάθος ερώτηση είναι δώρο άδωρο. Το ερώτημα «πώς να βρούμε λεφτά, αφού οι αγορές δεν μας δανείζουν;» είναι λάθος, γιατί υπονοεί ότι λεφτά υπάρχουν μόνο στις αγορές. Με το σωστό όμως ερώτημα του Ευσταθίου («τα λεφτά ποιος τα ’χει βγάλει»;) το θέμα τίθεται στη σωστή του βάση και όλοι καταλαβαίνουν ότι υπάρχει εναλλακτική λύση, φθηνή και αποτελεσματική: η χρηματοδότηση από την ΕΚΤ, που έχει το εκδοτικό προνόμιο. Τώρα αν κάποιοι κλείνουν τη στρόφιγγα, καλό είναι να ξέρουμε ποιοι και γιατί. Οικονομικά και τεχνικά πάντως υπάρχει λύση. Πολιτικό είναι το πρόβλημα…
Το επιστημονικό όμως επίπεδο; Το πολιτισμικό επίπεδο; Παραδέχομαι ότι με τον Ευσταθίου το έριξα χαμηλά (μα πολύ χαμηλά!), ενώ με τον Αϊνστάιν θα έκλεβα την παράσταση. Μανία αυτοκαταστροφής. «Φταίει το κοινωνικό DNA σου», μου λέει ο ψυχαναλυτής. Από μικρός είχα μια έμφυτη τάση προς οτιδήποτε λαϊκό, «basse classe», ακόμη και λούμπεν. Αφού, να φανταστείτε, με αποκαλούν λαϊκιστή για να με βρίσουν κι εγώ το απολαμβάνω! Στο σινεμά ήμουν με «το παιδί του λαού», τον Νίκο Ξανθόπουλο. Στο τραγούδι με τον γύφτο Μανώλη Αγγελόπουλο (στα χωριά είχε μεγαλύτερη πέραση από τον Καζαντζίδη). Από διάβασμα; Άστα να πάνε! Ξημεροβραδιαζόμουνα με «Μικρό Ήρωα», «Μικρό Καουμπόυ» και «Κλασικά Εικονογραφημένα». Εξ ου και η αλλόκοτη εμμονή μου να συνοδεύω συχνά τα κείμενά μου με εικόνες, ζωγραφιές και έντονα χρώματα. Στο ραδιόφωνο άκουγα ανελλιπώς «Το Σπίτι των Ανέμων» (με το Λαμπίρη και την Τζοβάνα Δεπάστα). Στη σημερινή τηλεόραση με συναρπάζει «Το Κόσμημα του Παλατιού» (TV-100), με την ανεπανάληπτη Τζανγκ Γκουμ και την πανδαισία χρωμάτων, γεύσεων και αρωμάτων της Ανατολής. Έχω δει τη σειρά δύο φορές και περιμένω εναγωνίως πότε θα ξαναρχίσει…
Αλλά θέλω να ξεκαθαρίσουμε ένα πράγμα: στη μάχη του Καλού εναντίον του Κακού ήμουν πάντα (και εξακολουθώ να είμαι) με το Καλό. Ποτέ με το Κακό. Πάντα με το Φως. Ποτέ με το Σκότος. Με τους Νικητές και όχι με τους Ηττημένους. Διότι, ως γνωστόν, στο τέλος το Καλό νικά κι όλα τα κακά σκορπά. Στις ταινίες…
Οι καημένοι οι γονείς μου με μάλωναν ασταμάτητα: «Γιωργάκη, παιδί μου, τι επίπεδο είναι αυτό; Πρέπει ν’ αλλάξεις τρόπους. Ν’ αλλάξεις συμπεριφορά». Είδαν κι απόειδαν, στο τέλος μ’ έστειλαν στη Σαλονίκη, στο καλύτερο σχολείο, για ν’ αλλάξω περιβάλλον και ν’ αποκτήσω επίπεδο. Μάταιος κόπος! Η κατάσταση διαρκώς χειροτέρευε. ΠΑΟΚ (και ξερό ψωμί!), Λαζόπουλος, Μαλβίνα και μη χειρότερα. Όταν μάλιστα ο Ρασούλης με τον Ξυδάκη και τον Παπάζογλου έβγαλαν την «Εκδίκηση της Γυφτιάς», ένοιωσα τέτοια υπερηφάνεια –σαν τους αστούς την εποχή που κυκλοφόρησε «Ο Πλούτος των Εθνών» του Άνταμ Σμιθ (1776)- που πήρα παραμάσχαλα το δίσκο και άρχισα να κόβω επιδεικτικά βόλτες πέρα-δώθε στην Τσιμισκή με ύφος χιλίων καρδιναλίων.
Σα να μη μου ’φταναν όλ’ αυτά, ήρθε και το τελειωτικό χτύπημα. Αυτά που γράφεις δεν είναι επιστημονικά. Τα καταλαβαίνουν ακόμα και οι άσχετοι! Γίνεται, ρε, πολιτική οικονομία χωρίς μαθηματικά; Χμ! Πρέπει να είναι κανείς πολύ τολμηρός και να έχει απόλυτη άγνοια κινδύνου (ή απλώς άγνοια) για να υποστηρίξει κάτι τέτοιο. Γιατί ποιος μεγάλος οικονομολόγος χρησιμοποιεί μαθηματικά; Ο Άνταμ Σμιθ; Ο Μαρξ; Ο Βέμπλεν; Ο Σουμπέτερ; Ο Κέινς; Ο Πολάνυι; Ο Χάγιεκ; Ο Φρίντμαν; Κανείς. Ο τελευταίος μάλιστα δε μασάει τα λόγια του: πολλοί οικονομολόγοι στις μέρες μας χρησιμοποιούν μαθηματικά για να κρύψουν τη γύμνια τους! Πολύ φοβάμαι ότι αν το ’λεγε εδώ αυτό θα είχε παραπεμφθεί στο σκιώδες (εν δυνάμει) Πειθαρχικό του Διαλόγου (αόρατο μεν, αλλά πανταχού παρόν και τα πάντα πληρούν) με το ερώτημα της διαγραφής!
Η αλήθεια είναι ότι προσπάθησα να κάνω τα κείμενά μου πιο επιστημονικά (δηλαδή μη κατανοητά), χρησιμοποιώντας καθαρεύουσα. Αλλά φευ! Εξακολουθούν να τα καταλαβαίνουν (οι άσχετοι). Αυτό φυσικά είναι μπηχτή και για τη στείρα και παρωχημένη διαμάχη δημοτικής-καθαρεύουσας. Η γλώσσα είναι κάτι παραπάνω από δημοτική και καθαρεύουσα. Η γλώσσα είναι ρυθμός… Έτσι Παντελή;
***
Επειδή η ενασχόλησή μου με το μάνατζμεντ μ’ έχει κάνει κατ’ εξοχήν πρακτικό άνθρωπο (μη γελάτε, πολλές φορές τα φαινόμενα απατούν!), έρχομαι αμέσως στο «δια ταύτα». Για να μην ασφυκτιούν όσοι δυσανασχετούν με το χαμηλό επίπεδο του Διαλόγου, προτείνω στους διαχειριστές Χρήστο (Δημάκη) και Γιώργο (Λιτσαρδάκη) να αρχίσουν να τρέχουν έναν παράλληλο ηλεκτρονικό διάλογο, που θα τηρεί απαρέγκλιτα τις επιστημονικές προδιαγραφές. Ας αναθέσουν στους αποχωρήσαντες ή μη αποχωρήσαντες δυσαρεστημένους να συγκροτήσουν μόνοι τους μια Επιστημονική Επιτροπή ή Επιτροπή Δεοντολογίας (πείτε την όπως θέλετε, όχι όμως Επιτροπή Λογοκρισίας), για να κρίνει ποιες παρεμβάσεις θα δημοσιεύονται. Φυσικά ο σημερινός Διάλογος-ΔΕΠ θα συνεχίσει να λειτουργεί όπως πάντα. Απλώς θα αποκτήσει ανταγωνιστή και –ποιος ξέρει;- μπορεί κάποτε να αποκτήσει επίπεδο. Αλλά και να μην το κάνει, τουλάχιστον θα σπάει πλάκα. Προτείνω μάλιστα και τίτλο για τον νέο ηλεκτρονικό διάλογο: Διάλογος-ΔΕΠ Scholar ή Διάλογος-ΔΕΠ Pure Science !
Σπεύδω δε πάραυτα να καταθέσω αίτημα ενεργού συμμετοχής. Παρακαλώ τη (μελλοντική) Επιτροπή να εξετάσει με συμπάθεια το αίτημά μου, παρά τα αλλεπάλληλα ατοπήματα στα οποία έχω υποπέσει. Γιατί δεν είναι αποκλειστικά δικό μου το φταίξιμο. Ας όψεται ο σημερινός Διάλογος-ΔΕΠ, που είναι «μπάτε σκύλοι αλέστε». Αυτό που έχω να πω είναι ότι δεν είμαι εντελώς άσχετος (επιστημονικά). Ούτε και εντελώς αφελής. Κάτι σκαμπάζω από οικονομικά, μάρκετινγκ και επικοινωνία. Αυτό που μου λείπει είναι ο κατάλληλος μέντορας και καθοδηγητής για να με επαναφέρει στο σωστό δρόμο…
Ευπειθέστατος ο αιτών
Γιώργος Δουράκης
Αναπληρωτής Καθηγητής Πολιτικής Οικονομίας
Τμήμα Πολιτικών (μη) Επιστημών
ΥΓ. Για όσους δεν το έχουν ακόμη καταλάβει, ο Διάλογος-ΔΕΠ είναι ένας απέραντος ηλεκτρονικός καφενές. Σε μια εποχή που φθίνουν «οι ανά την επικράτεια καφενέδες» (όπως θα ’λεγε ο συγχωρεμένος Μπουσμπουρέλης), είναι εξαιρετικά πολύτιμος. Μας βοηθάει να γνωριστούμε καλύτερα. Πώς; Χαλαρά. Λέγοντας ο καθένας «το μακρύ του και το κοντό του», επιστημονικό ή μη. Ας αφήσουμε λοιπόν όλα τα λουλούδια ν’ ανθίσουν. Κι όταν λέω όλα, εννοώ όλα. Ακόμη και τα «λουλούδια». Δεν χάθηκε ο κόσμος. Ήγγικεν η ώρα και η ακαδημαϊκή κοινότητα να απαλλαγεί από τα δεσμά του καθωσπρεπισμού και της σοβαροφάνειας. Δεν κινδυνεύει η επιστημοσύνη μας. Το χιούμορ, η ειρωνεία, το ευφυολόγημα, ο (αυτό)σαρκασμός –πετυχημένα ή μη- κάνουν καλό! Εκτονώνουν καταστάσεις. Διευκολύνουν τη συμβίωση. Και, φυσικά, να μην ξεχνάμε ότι όσοι στην πορεία της ιστορίας προσπάθησαν να απαγορεύσουν ή να λογοκρίνουν το γέλιο, γελοιοποιήθηκαν… Χρόνια πολλά!..

 
Ανάρτηση: